NEGAR DJAVADI – Désorientale

djavadi Καλησπέρα αναγνώστες

Είναι ήδη Απρίλιος και οι αναγνωστικές προκλήσεις του 2019 έχουν πάρει το ρυθμό τους. Το 2019 θέλω να συνεχίσω να διαβάζω γυναίκες συγγραφείς αλλά θέλω να διαβάσω και βιβλία από περισσότερες χώρες. Το 2018 διάβασα περίπου 80 βιβλία που προέρχονταν από μόλις 18 χώρες. Το πιο παράξενο ήταν αυτό από τη Γροιλανδία, που τυπικά ανήκει στη Δανία. Το 2019 θα ήθελα να διαβάσω  περισσότερα βιβλία από την Ασία, την Αφρική, τη Νότια Αμερική. Αυτοί οι διαχωρισμοί βέβαια ίσως δεν έχουν και νόημα πλέον μια και πώς μπορεί κάποιος να κατατάξει το βιβλίο για το οποία θα σας μιλήσω σήμερα;

Η Negar Djavadi είναι μια Ιρανή συγγραφέας που ζει στη Γαλλία από τότε που ήταν 11 χρονών. Ίσως πρέπει να πω Γαλλο-Ιρανή. Η ίδια λέει ότι δε θεωρεί τον εαυτό της μετανάστρια αλλά εξόριστη. Έφυγε με την οικογένεια της εκδιωγμένη μετά την επανάσταση του 1979. Μέχρι εκεί φαίνεται να έχει πολλά κοινά με την ηρωίδα της την Κίμια (απο το Alchemia -Αλχημεία). Το βιβλίο της Desoriental κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό στη Γαλλία και θα ήταν ωραίο να το δούμε μεταφρασμένο και στα ελληνικά.

Είναι η ιστορία τεσσάρων γενιών Ιρανών από τα χαρέμια των αρχών του αιώνα μέχρι τη Γαλλία του σήμερα. Πολύ ωραία γραφή και αφήγηση. Παραμύθι και σύγχρονη παρατήρηση από μια νομάδα όπως η ηρωίδα της. Μετέφρασα ένα μικρό απόσπασμα που μου άρεσε και που ξεκινάει όταν η πρωταγωνίστρια βρίσκεται σε μια αίθουσα αναμονής νοσοκομείου στο Παρίσι, όπου επικρατεί ησυχία και κανείς δε μιλάει σε κανένα.

“Αν ήμασταν στο Ιράν, μια τέτοια αίθουσα τέτοια ώρα θα θύμιζε καραβάν-σεράι. Θα άκουγες κουβέντες και εκμυστηρεύσεις από παντού. Όλοι θα είχαν ήδη μάθει τη ζωή των άλλων. Θα είχαν βρει κοινούς γνωστούς , ακόμη και συγγενείς. Θα είχαν ανταλλάξει διευθύνσεις και νούμερα κινητών. Μερικοί άντρες αφού θα είχαν μιλήσει “πολιτικά” και θα είχαν συμφωνήσει ότι η χώρα δεν έχει περισσότερο μέλλον από ένα απολίθωμα, θα πήγαιναν στην ταβέρνα της γωνίας και θα γύριζαν με κατσαρόλες με αχνιστό ρύζι και σουβλάκια, και χάρτινα πιάτα και πλαστικά πιρούνια. Οι γυναίκες θα έπαιρναν αμέσως την κατάσταση στα χέρια τους και θα άρχιζαν να σερβίρουν και θα έτρωγαν με τόσο θόρυβο που η επόμενη ανακοίνωση από τη γραμματέα θα περνούσε απαρατήρητη. Ο Ιρανός δεν αγαπάει ούτε τη μοναξιά, ούτε τη σιωπή – οποιοσδήποτε άλλος θόρυβος εκτός απ’την ανθρώπινη φωνή, ακόμη και η φασαρία ενός μποτιλιαρίσματος, θεωρείται σιωπή.

Αυτή η τάση να κουβεντιάζει χωρίς τέλος, να ρίχνει τις φράσεις στον αέρα σαν λάσο που προσπαθεί να συναντήσει κάποιον, να διηγείται ιστορίες που όπως οι ματριόσκες οδηγούν σε άλλες ιστορίες είναι σίγουρα ένα τρόπος  να προσαρμόζεται σε μια μοίρα που γνώρισε εισβολές και ολοκληρωτισμό. Το να διηγείσαι, να αφηγείσαι, να επινοείς, να ψεύδεσαι σε μια κοινωνία όπου τα πάντα είναι παγίδα και διαφθορά, που η απλή πράξη του να βγεις να αγοράσεις λίγο βούτυρο μπορεί να οδηγήσει σε εφιάλτη, σημαίνει να μένεις ζωντανός. Σημαίνει να ματαιώνεις το φόβο, να βρίσκεις παρηγοριά όπου υπάρχει, στη συνάντηση, στην αναγνώριση, στην τριβή της ύπαρξης σου με τους άλλους. Σημαίνει επίσης να την καλοπιάνεις, να την αφοπλίζεις, να την εμποδίζεις να βυθιστεί. Ενώ η σιωπή, ε, καλά, είναι κλείνω τα μάτια, ξαπλώνω στον τάφο και κλείνω και το καπάκι. ”

 

Από την Τεχεράνη της δεκαετίας του 70 με την πολιτιστική ζωή, το φεμινισμό, την προσπάθεια για ελευθερία του Τύπου, στο Σάχη που φεύγει και δίνει τη θέση του σε κάτι χειρότερο, στη Γαλλία της δεκαετίας του 80, στην προσπάθεια να προσαρμογής, στο γαλλικό σχολείο, στα μπαρ, στη μουσική πανκ, στη φυγή από το σπίτι, στην αλητεία, στον έρωτα και πίσω στο σπίτι και στην οικογένεια με καινούριο τρόπο.

” Καταπίνω την πανκ και την post-punk με όλη τη δύναμη μου. John Lydon, Ari Up. Ian Curtis, Joe Strummer, Peter Murphy, Siouxsie, Martin L. Gοre. H μουσική τους γεμίζει κάθε μου κενό, συναισθηματικό, διανοητικό που υπάρχει στη ζωή μου. Γίνεται το καθημερινό ψωμί μου, η σανίδα σωτηρίας μου…Γιατί μυρίζει θυμό, ιδρώτα, απεργίες, εργατικές γειτονιές, εξεγέρσεις, σκόνη. Γιατί αρνείται την υποκρισίας της εξουσίας, εκμηδενίζει τις βεβαιότητες, τις κοινωνικές συμβάσεις, τις ιδεολογικές συμβάσεις. Γιατί είναι φτιαγμένη ώστε οι άνθρωποι όπως εσείς να κοιτάξουν τους ανθρώπους όπως εγώ.”

Η αφηγήτρια του βιβλίου, λέγοντας την ιστορία της  ξαναεφευρίσκει τον εαυτό της. Σαν τραγούδι των Cure, πικρό και παρηγορητικό συνάμα, αποτίει ένα φόρο τιμής στα ανατολίτικα παραμύθια αλλά μας θυμίζει και τον τρόπο που λειτουργεί η μνήμη μας – μια μνήμη καθόλου σταθερή και αναλλοίωτη. Κάθε φορά που λέει την ιστορία μας τη λέει λίγο διαφορετικά, και κάνει το τραύμα λίγο πιο υποφερτό. Αυτό το βιβλίο είναι η ιστορία της Κίμια, η ιστορία του Ιράν, η ιστορία της Γαλλίας τα τελευταία χρόνια αλλά και η ιστορία μιας οικογένειας σε κρίση. Ένα δυνατό βιβλίο και μια καινούρια φωνή που αξίζει να ακούσουμε.

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s