ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ – Το Παρτάλι

Είναι καλοκαίρι του 2022. Αποφασίζω να διαβάσω το Παρτάλι του Θοδωρή Γρηγοριάδη. Ανοίγω το βιβλίο και διαβάζω τις πρώτες σελίδες. Κάποιες φράσεις με ξενίζουν κάπως και τις ξαναδιαβάζω. Δε βγάζω πάντα νόημα. Όμως στην πρώτη κιόλας σελίδα ο συγγραφέας έχει φτιάξει μια ατμόσφαιρα και με έχει συνδέσει με τον ήρωα. Η πόλη είναι η Θεσσαλονίκη, οι δρόμοι κάπως γνωστοί, οι πολυκατοικίες είναι παλιακές, έχουν υπόγεια διαμερίσματα και κατοίκους μυστήριους, η σχολή του φοιτητή είναι η Φιλοσοφική, οι φίλες του σπουδάζουν ελληνική ή αγγλική φιλολογία, ακούνε David Bowie και Χρηστάκη, η εποχή είναι το τέλος της δεκαετίας του ΄70.   

Η πόλη και η εποχή της μοιάζει να είναι ένας ακόμη χαρακτήρας σε αυτό το μυθιστόρημα, μαζί με το Μανουήλ, ένα φοιτητή με καταγωγή από τον Έβρο, το Μάικ, τη Ζωή, το Παρτάλι, την Αλόη. Η αφήγηση ξεκινά κοιτώντας το Μανουήλ, ένα νεαρό που φαίνεται να είναι έξω από τα νερά του όπου κι αν πηγαίνει, στο Πανεπιστήμιο, στο διαμέρισμά του, στη Λέσχη, στους δρόμους του Βαρδάρι. Αυτή η αίσθηση ότι δεν ανήκει πουθενά, ότι βαριέται συνεχώς τον ακολουθεί συνέχεια. Σε αντιδιαστολή ο Μάικ, είναι μεν εκκεντρικός, δε χωράει στα στερεότυπα της εποχής αλλά φαίνεται πιο σίγουρος για τον εαυτό του. Οι γυναικείοι χαρακτήρες του βιβλίου είναι κάπως δευτερεύοντες, αλλά έχουν όλοι ονόματα που τους ταιριάζουν. Η παράξενη Αλόη, η φιλήδονη Πένυ, η προσγειωμένη και αισιόδοξη Ζωή.

“Ο Μανουήλ αισθανόταν όμορφα, όχι γιατί ένιωθε απόλυτα άνετα ανάμεσα τους, αλλά επειδή έκρυβε κάτι ανομολόγητο μαζί τους. Ο Παράδεισός του, το Παρτάλι, η νύχτα. Αυτά ήταν μυστικά, δεν ήταν δα και λίγα για να μπορείς να αντέχεις τους άλλους με τα δικά τους προσωπικά προβλήματα”.

Ποιό είναι το μυστικό του Μανουήλ; Έχει γνωρίσει ένα γοητευτικό άνθρωπο που ντύνεται με γυναικεία ρούχα και ζει μια παράξενη ζωή. Τον επονομαζόμενο Παρτάλι. Και έτσι ξεκινάει μια κατάδυση σε ένα κόσμο παράλληλο με τον κόσμο των νεαρών φοιτητών και φοιτητριών στη Θεσσαλονίκη της Μεταπολίτευσης. Δίπλα στα νεανικά όργια, κακόφημες ταβέρνες και περιθωριακοί τύποι. Δίπλα στις αστές ποιήτριες της πόλης, οι πόρνες. Δίπλα στις παραδόσεις του καθηγητή Σαββίδη, τα underground καμπαρέ και μια νέα γενιά δημιουργών.

Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους και αυτή είναι η ομορφιά του. Είναι μια ιστορία παρενδυσίας με αναφορές σε ήρωες του πολέμου που ντύνονταν γυναικεία για να μεταφέρουν σημαντικά μηνύματα. Είναι μια ιστορία για τη Θεσσαλονίκη της μεταπολίτευσης και τις νέες γενιές που βγαίνουν από το γύψο της δικτατορίας και διψάνε για ζωή, έρωτα, τέχνη. Είναι ένα θρίλερ για τους ανθρώπους του περιθωρίου που κανείς δε θα τους ψάξει ακόμη κι αν πεθάνουν. Είναι ένα αφήγημα για το πώς το διαφορετικό δεν γινόταν ανεκτό και άρα έπρεπε να εκδιωχθεί και ίσως να τιμωρηθεί. Είναι ίσως μια ιστορία ερωτικής μαθητείας και απελευθέρωσης.

Έγραψα παραπάνω ότι η ιστορία ξεκινάει με ήρωα το Μανουήλ. Όταν φτάνεις στο τέλος του βιβλίου όμως δεν ξέρεις πια ποιος είναι  ο κεντρικός ήρωας. Και δεν έχει σημασία. Γιατί έχεις μπει για τα καλά μέσα στην ιστορία αυτή, έχεις νιώσει τη ζέστη στα μικρά διαμερίσματα του κέντρου, έχεις ζαλιστεί από τις ανατροπές και αναρωτιέσαι ποια είναι τελικά η αλήθεια και αν υπάρχει. Όπως λέει και ο ίδιος ο συγγραφέας σε μια συνέντευξη που έδωσε στη Βένα Γεωργακοπούλου το 2001, όταν βγήκε το βιβλίο, “είναι η γοητεία του απροσδιόριστου, του σκοτεινού. Η γοητεία που μας ασκεί ένας άνθρωπος που ζει στους ίδιους χώρους με μας αλλά έχει πάνω του το “άλλο”, το ξένο, το διαφορετικό, το δίφυλο, το διφορούμενο. Ο σεξουαλισμός του, η ταυτότητα του, η εμφάνιση του δεν υπακούουν σε κάποιους κανόνες.”

Το βιβλίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις Πατάκη το 2001. Ίσως τότε το θέμα της παρενδυσίας, οι τραβεστί ήρωες να μας έκαναν περισσότερη εντύπωση απ’οτι σήμερα. Ίσως και όχι.  Το βιβλίο μου φάνηκε ότι συνομιλούσε με συγγραφείς όπως ο Ταχτσής, ο Κουμανταρέας, ο Σκρουμπέλος. Όμως ο Γρηγοριάδης είναι ένας πολύ νεότερος συγγραφέας. Χρησιμοποιεί διαφορετικές τεχνικές όπως την ημερολογιακή γραφή, την τριτοπρόσωπη αφήγηση, τη χρήση υποτιθέμενων αυθεντικών πηγών. Σε κάποιες στιγμές μας κλείνει κιόλας το μάτι όταν υπονομεύει ο ίδιος τους ήρωες του. Είκοσι χρόνια μετά τη συγγραφή του πάντως,  το βιβλίο διαβάζεται με φρεσκάδα και αγωνία. Είναι από αυτά τα αναγνώσματα που δε θέλεις να αφήσεις, από αυτά που ελπίζεις να φέρει στο δρόμο σου η καλή θεά της ανάγνωσης.

Δεν έχω διαβάσει άλλο βιβλίο του Γρηγοριάδη. Μόλις κυκλοφόρησε μια καινούρια συλλογή διηγημάτων με τίτλο “Η νοσταλγία της Απώλειας”. Θέλω πολύ να τη διαβάσω κι αυτή γιατί το μυθιστόρημά του είναι ένα δείγμα σπουδαίας νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s